Ένα ακόμη πρωινό στο ίδιο παγκάκι, κάτω από τον φοίνικα της παραλίας. Εκεί δίπλα στην είσοδο του αναψυκτηρίου Ocean blue. Η γυναίκα με τα άσπρα βρισκόταν για μία ακόμη φορά εκεί στην αγαπημένη της θέση, στις 10:30 περίπου το πρωί.
Φορούσε το ίδιο λευκό διάφανο φόρεμα, το λευκό στρογγυλό καπέλο της, τα άσπρα χαμηλά παπούτσια. Μόνο τα μαύρα γυαλιά, τα κόκκινά της μαλλιά και ένα βιβλίο με σκούρο εξώφυλλο στα πόδια της “έσπαζαν” το μονότονο λευκό της παρουσίας της.
Το πρόσωπο της, όσο μπορούσε δηλαδή να διακρίνει κανείς πίσω από εκείνα τα γυαλιά, ήταν συνεχώς ανέκφραστο. Δε μαρτυρούσε κανένα συναίσθημα. Για την ακρίβεια, η ίδια της δεν ένιωθε κανένα συναίσθημα. Δεν είχε νιώσει ποτέ από τότε που εμφανίστηκε στον κόσμο. Οι μόνες φορές που το πρόσωπο της πρόδιδε αυτό που ένιωθε, ήταν σε στιγμές που δε μπορούσε κανείς να το δει. Αυτό που έβλεπαν όλοι ήταν η εικόνα μιας όμορφης γυναίκας να κρατά ένα βιβλίο, που στην πραγματικότητα δεν το διάβαζε καν. Κοίταζε απλώς με το απόκοσμο βλέμμα της, πότε τις σελίδες του και πότε τον τίτλο στο εξώφυλλο… Το άδειο κοχύλι του έρωτα.
Αν και ήταν αντικειμενικά όμορφη κοπέλα, σπάνια την πλησίαζε κάποιος άντρας. Όχι βέβαια ότι την ενδιέφερε κιόλας ή τουλάχιστον δεν την ενδιέφεραν όλες οι περιπτώσεις. Απεχθάνονταν τους εμφανίσιμους γόηδες που η κάθε τους κίνηση έμοιαζε με σεξουαλικό καύχημα. Ήξερε από την εμπειρία της ότι αυτοί οι άντρες στην πραγματικότητα γνώριζαν ελάχιστα τον έρωτα και δυστυχώς γι αυτούς, το κάλλος με το οποίο τους προίκισε η φύση, δε θα τους επέτρεπε να ανακαλύψουν ποτέ τα βαθιά του μυστικά.
Αυτοί που την ένοιαζαν ήταν οι άντρες που γνώριζαν τι κρύβεται πίσω από κάθε πτυχή της γυναικείας ύπαρξης. Οι άντρες που μπορούσαν να κάνουν μια γυναίκα να ανακαλύψει τον ίδιο της τον εαυτό μέσα σε μία νύχτα. Οι άντρες που είχαν τόση εμπειρία που θα έφτανε για να κρατήσει γεμάτη την ψυχή της, έστω και για λίγο.
Δεν πέρασε πολύ ώρα όταν ένοιωσε με την άκρη του ματιού της κάποιον να πλησιάζει. “Καλημέρα, μπορώ να καθίσω;” ακούστηκε να λέει. Αν και δεν ήταν αυτός ακριβώς που χρειαζόταν, τράβηξε το φόρεμά της στην άκρη χωρίς να τον κοιτάξει καν, επιτρέποντάς του με αυτόν τον τρόπο να καθίσει. Έπειτα, ετοιμάστηκε για την επόμενη ερώτησή του που δεν άργησε πολύ. “Τι διαβάζεις;”
Η γυναίκα με τα άσπρα γύρισε προς το μέρος του χαρίζοντάς του ταυτόχρονα το πρώτο της βλέμμα. Με μια λεπτή κίνηση του χεριού της, σήκωσε ελαφρά την άκρη του καπέλου της και αφού έγειρε προς το μέρος του, ακούμπησε απαλά τα χείλη της στο αυτί του ψιθυρίζοντας, “Πήγαινε να το μάθεις”.
Από το πρόσωπο του άντρα είχε εξαφανιστεί κάθε έκφραση. Σα να κεραυνοβολήθηκε από το απαλό άγγιγμα των χειλιών της. Σα να του ρούφηξε τη βούληση από τον εγκέφαλο. Σηκώθηκε από το παγκάκι και άρχισε να κατευθύνεται προς την απάντηση που ζητούσε η ερώτησή του. Το μόνο πράγμα που υπήρχε στο μυαλό του, ήταν αυτό που επαναλάμβανε συνέχεια χαμηλόφωνα. Ερατούς 48 τρίτος όροφος.
Περπατούσε σαν αποβλακωμένος διασχίζοντας το πλήθος και έχοντας μόνο ένα σκοπό. Να φτάσει στον προορισμό του. Τίποτα δεν ήταν ικανό για να τον αποτρέψει από το να το κάνει. Παρόλη τη ζέστη, χρειάστηκε μόνο 20 λεπτά για να φτάσει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Άρχισε να ανεβαίνει γρήγορα, δύο δύο τα σκαλιά ώσπου έφτασε μπροστά στην είσοδο του διαμερίσματος της οδού Ερατούς 48, στον τρίτο όροφο. Έμενε μόνο ν’ ανοίξει την πόρτα για να μπει στη φωλιά της λευκής αράχνης.
Το εσωτερικό, τίποτα περισσότερο από αυτό ενός αστικού διαμερίσματος. Στο βάθος αριστερά, ακριβώς απέναντι από το παράθυρο, υπήρχε ένας μεγάλος καναπές όπου μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως κρεβάτι. Ο άντρας κατευθύνθηκε με το ίδιο αποχαυνωμένο ύφος και κάθισε περιμένοντας.
Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά όταν άνοιξε η πόρτα του διαμερίσματος και μπήκε η γυναίκα με τα άσπρα. Αφού έκλεισε την πόρτα, κατευθύνθηκε βιαστικά προς το βάθος του δωματίου με το φόρεμα της να ανεμίζει, ώσπου έφτασε μπροστά στο παράθυρο. Κοιτάζοντας έξω, άφησε το βιβλίο της στο περβάζι και άναψε μηχανικά ένα τσιγάρο. Μετά από δύο λεπτά περίπου, ρώτησε τον άντρα σβήνοντας το τσιγάρο στο τασάκι που βρισκόταν μπροστά της. “Είσαι έτοιμος να μάθεις;”

Ο άντρας χωρίς να απαντήσει, χωρίς να βγάλει κουβέντα, σηκώθηκε και άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του αφήνοντας το να πέσει στο πάτωμα. Στη συνέχεια κάθισε και πάλι στο κρεβάτι διατηρώντας το ίδιο άδειο βλέμμα που είχε από τη στιγμή που η γυναίκα αυτή ακούμπησε τα χείλη της στο αυτί του. Εκείνη, γύρισε προς το μέρος του, στάθηκε για λίγο μπροστά του και αφού σήκωσε το φόρεμα της, κάθισε πάνω του πλέκοντας τα πόδια της γύρω από τη μέση του όσο πιο σφιχτά γινόταν. Τράβηξε απαλά με τα χέρια της το κεφάλι του στο στήθος της και το κράτησε σφιχτά εκεί.
Δεν χρειάστηκε πολύ όταν άρχισε να νιώθει στο σώμα της τους παλμούς του άντρα τόσο δυνατούς, που θα μπορούσαν να κάνουν την καρδιά του να σπάσει. Η ανάσα του -αν και σχεδόν βουβή- γινόταν όλο και πιο γρήγορη και τότε ήταν που άρχισε να νιώθει τα δάκρυά του να τρέχουν στο στήθος της. Ένιωθε ένα φως να πλημμυρίζει την κοιλιά της, ένα χείμαρρο φτιαγμένο από όλα τα συναισθήματα που γνωρίζει αυτός ο κόσμος, να ανέβαινε σιγά σιγά πλημμυρίζοντας κάθε κύτταρο του κορμιού της. Ένα χείμαρρο που ένιωθε πως θα την έπνιγε καθώς προσπαθούσε να ανέβει από το λαιμό της μέχρι το κεφάλι, να πλημμυρίσει το μυαλό της και να ξεχειλίσει από τα μάτια της σαν υγρό συμπυκνωμένο απόσταγμα εμπειριών και συναισθημάτων μιας ολόκληρης ζωής.
Το σώμα της είχε ανατριχιάσει παντού. Έριξε το κεφάλι της προς τα πίσω αφήνοντας τα δάκρυά της να τρέχουν πάνω στα μαλλιά της. Το πρόσωπο της απέκτησε έκφραση. Όχι μια απλώς αλλά δεκάδες αλλάζοντάς τες συνεχώς, παίρνοντας την έκφραση της ευδαιμονίας, της χαράς, της ηδονής, του πόνου, της απέραντης λύπης, της απογοήτευσης, της ικανοποίησης.
Μέσα σε μια στιγμή ένιωσε όλα τα συναισθήματα που νιώθει ένας άνθρωπος σε όλη του τη ζωή. Είχε πλέον γεμίσει ολόκληρη. Δυστυχώς όχι για πολύ αφού αυτή ήταν η μοίρα της. Θα διαρκούσε μόνο για λίγες ώρες και θα το ένιωθε πεσμένη εκεί, στον καναπέ. Δίπλα σε αυτόν το δύστυχο άντρα. Αύριο εξάλλου θα ήταν ξανά στο παγκάκι της.
Με όση δύναμη της είχε απομείνει του ψέλλισε, “Εντάξει, τώρα που έμαθες μπορείς να φύγεις”.
Ο άντρας κατέβηκε ξανά τις σκάλες και συνέχισε να περπατά στο δρόμο. Θα του έπαιρνε τρία με τέσσερα τετράγωνα δρόμο για να αρχίσει να συνέρχεται και να συνειδητοποιεί πού βρίσκεται. Δε θα θυμόταν τίποτα από όσα προηγήθησαν. Και ίσως καλύτερα. Δυστυχώς όμως δεν θα θυμόταν τίποτα και από όσα του είχε μάθει ο έρωτας ως τότε στη ζωή του. Δεν θα είχε πλέον καμία ερωτική ανάμνηση, καμία εμπειρία.
Ήδη άρχισε να το ανακαλύπτει καθώς συνέχιζε να περπατά, όταν συναντώντας γυναίκες στο δρόμο ένιωθε για αυτές ότι και όταν ήταν παιδί, τότε που άρχιζε να μπαίνει στην εφηβεία. Ένιωθε τον πόθο χωρίς να ξέρει με ποιον τρόπο μπορεί να τον εκφράσει. Με ποιον τρόπο μπορεί να τον αντιμετωπίσει. Είχε γίνει πλέον ένα άδειο κοχύλι του έρωτα.
-
